Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυσιγγιστής
φυσιγγιστής, plagiaula
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυσαλλίς
φύσαλος
φύσανσις
φυσάριον
φύσας
φυσασμός
φυσατήριον
φυσάω
φυσέχη
φυσέω
φυσέων
φύση
φυσηλάται
φύσημα
φυσημάτιον
φύσησις
φυσητέον
φυσητέος
φυσητήρ
φυσητήριον
φυσητής
φυσητικός
φυσητός
φυσήτωρ
φυσήφρων
Φυσιάδης
φυσίαμα
φυσιασμός
φυσιάω
φυσίγγη
φυσιγγιστής
φυσιγγόομαι
φυσίγναθος
φυσιγνώμων
φῦσιγξ
φυσίζοος
φυσίζῳος
φυσίζωος
φυσίκευμα
φυσικεύομαι
φυσικεύω
φυσίκιλλος
φυσικίλλος
φυσικλείδιον
φυσικός
φυσικῶς
φύσιμος
φυσιογνωμία
φυσιογνωμικός
φυσιογνωμονέω
φυσιογνωμονία
φυσιογνωμονίη
φυσιογνωμονικός
φυσιογνωμοσύνη
φυσιογνώμων
φυσιολογέω
φυσιολόγημα
φυσιολογητέον
φυσιολογία
φυσιολογικός
φυσιολόγος
…
φυσιγγιστής
Save
φυσιγγιστής, plagiaula
LSJ
φῡσιγγιστής, οῦ, ὁ,
= Lat.
plagiaula,
Gloss.
(dub. l.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}