Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φυτιαῖος
φυτιαῖος, of plants
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φυταλιά
Φυταλίδαι
φυταλίζω
φυταλίη
φυταλιή
φυτάλιμος
φυτάλιος
φυτάλμιος
Φύταλος
φυτάνη
φυταρίδιον
φυτάριον
φυτάς
φυτάω
φυτεία
φύτειρον
φύτευμα
φυτεύσιμος
φύτευσις
φυτευτέον
φυτευτήριον
φυτευτής
φυτευτικός
φυτευτός
φυτεύω
φυτηκομέω
φυτηκομία
φυτηκόμος
φυτήσατο
Φυτία
φυτιαῖος
φυτικός
φύτιος
φύτλα
φύτλη
φύτλον
φυτοβασίλα
φυτοβασίλειον
φυτοειδῶς
φυτοεργός
φυτοκομέω
φυτοκόμια
φυτοκομία
φυτοκόμος
φυτόν
φυτόομαι
φυτός
φυτοσκαφία
φυτοσκάφος
φυτοσπορία
φυτοσπόρος
φυτοτροφέομαι
φυτοτροφέω
φυτοτροφία
φυτοτρόφος
φυτουργεῖον
φυτουργέω
φυτούργημα
φυτουργία
φυτουργικός
φυτούργιον
…
φυτιαῖος
Save
φυτιαῖος, of plants
LSJ
φῠτιαῖος, α, ον,
of plants,
ὄρχοι
IG
2(2).2493.27 (iv B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}