φυτοεργός
φῠτο-εργός, όν, poet. for φυτουργός, D.P. 997, AP 9.4 (Cyllen.).
φυτο·εργός, ός, όν [ῠ] v. φυτουργός, DP. 997 ; Anth. 9, 4.
φυτοεργός, = φυτουργός, Dion.Per. 997.
φυτοεργός
φῠτο-εργός, όν
poetic for φυτουργός, Anth.