Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χαλκοάρης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χαλκιαῖος
χαλκιδεύομαι
Χαλκιδεύς
Χαλκιδιακός
χαλκιδίζειν
χαλκιδίζω
χαλκιδική
Χαλκιδική
Χαλκιδικός
χαλκίδιον
χαλκιδῖτις
χαλκιεία
χαλκίζω
χαλκικός
χάλκιμον
χαλκίναος
χαλκίνδα
χάλκινος
χαλκίοικος
χαλκίον
Χαλκιόπη
χαλκιοφύλαξ
χαλκίς
Χαλκίς
χαλκισκάριον
χαλκισμός
χαλκίτης
χαλκῖτις
χαλκο
χαλκοάρας
χαλκοάρης
χαλκοβάρεια
χαλκοβαρής
χαλκόβαρυς
χαλκοβατής
χαλκόβατος
χαλκοβόας
χαλκογένειος
χαλκόγενυς
χαλκογλώχιν
χαλκογλώχις
χαλκογράφος
χαλκοδαίδαλος
χαλκοδάμας
χαλκόδεσμος
χαλκοδεσμωτήρ
χαλκόδετος
χαλκόδους
χαλκοδρυσταί
χαλκόδων
χαλκοειδής
χαλκόζωνος
χαλκόθερμον
χαλκοθέσιον
χαλκοθήκη
χαλκόθροος
χαλκοθώραξ
χαλκοκέραυνος
χαλκοκνήμις
χαλκοκολλητής
χαλκοκόλλητος
…
χαλκοάρης
Save
Pape
χαλκοάρης
, ες, od. χαλκοάρας, ὁ, poet. = χαλκήρης, Pind.
I
. 3.81, 4.45.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}