χαλκοβαρής
χαλκοβαρής, heavy
χαλκο-βᾰρής, ές,
- heavy or loaded with bronze, ἰός Il. 15.465, Od. 21.423; δόρυ 11.532: fem. χαλκο-βάρεια (as if from *χαλκόβαρυς), Il. 11.96, Od. 22.259, 276.
χαλκο·βαρής, ής, ές [ᾰ] chargé ou garni d’airain, Il. 15, 465 ; Od. 11, 532 ; 21, 423 ; Nonn. D. 10, 292, 391 ; Anth. 9, 603, 6.
Étym. χαλκός, βάρος.
χαλκοβαρής, ές, schwer von Erz od. Kupfer, ehern ; ἰός Il. 15.465, Od. 21.423 ; δόρυ Od. 11.532 ; σάλπιγξ Nonn. D. 10.391 ; κρόταλον Antip.Thess. 70 (IX.603).
χαλκοβαρής
-βάρεια, -βαρές
[χαλκός + βαρύς.]
Heavy with bronze: στεφάνη Il. 11.96, ἰός Il. 15.465. Cf. Il. 22.328: Od. 11.532, Od. 21.423. Od. 22.259 = 276.
χαλκοβαρής , ές: heavy with bronze, of ponderous bronze. — Fem., χαλκοβάρεια, Il. 11.96, Od. 22.259.
χαλκοβαρής
χαλκο-βᾰρής, ές
βάρος
- heavy or loaded with brass, Hom.:—also fem. χαλκοβάρεια, (as if from χαλκόβαρυς), Hom.