χαλκόθροος
χαλκόθροος, ringing with
χαλκό-θροος, ον,
- ringing with or like bronze, Nonn. D. 13.48.
χαλκό·θροος, οος, οον, qui retentit comme l’airain, Nonn. D. 13, 48.
Étym. χ. θρέω.
χαλκόθροος, ehern tönend, ἠχώ, Nonn.