χαλκοκορυστάς
χαλκοκορυστάς, with bronze helmets
χαλκοκορυστάς
- 1with bronze helmets χαλκοκορυ[στ]ὰν ὅμιλον ἐγείρων (-ᾶν Π: -ᾶν Ribezzo) Pae. 6.108