χαριδῶτις Save Bailly 2024 Pape χαρι·δῶτις, ιδος (ἡ) [ᾰῐῐδ] fém. du préc. Orph. H. 8, 9, 54, 9. χαριδῶτις, ιδος, ἡ, fem. von χαριδώτης, Freudengeberin, Orph. H. 8.9, 54.9.