χαρίεις
χαρίεις, χαρίεις, graceful, beautiful, elegant; clever
- graceful, beautiful:
- I in Hom. freq. of the works of men, [πέπλος] χαριέστατος Il. 6.90, 271; εἵματα 5.905; ἔργα Od. 10.223; φᾶρος 5.231; also, gracious, ἀμοιβή 3.58; ἀοιδή 24.197; τέλος χαριέστερον 9.5; δῶρα χ. acceptable gifts, Il. 8.204, Ar. Pl. 849; οὐ πάντεσσι θεοὶ χαρίεντα διδοῦσιν Od. 8.167; εἴ ποτέ τοι χαρίεντʼ ἐπὶ νηὸν ἔρεψα Il. 1.39; of the parts of a person, χ. μέτωπον, πρόσωπον, κάρη, 16.798, 18.24, 22.403; μέλεα Archil. 12; of a youth, πρῶτον ὑπηνήτῃ, τοῦπερ χαριεστάτη ἥβη Il. 24.348 (also -έστατος ἥβη Od. 10.279); of persons first in Hes. Th. 247; χαρίεσσα δέμας ib. 260; ὦ κάλα, ὦ χαρίεσσα Sapph. η̄ 5 App. p.48 Lobel, cf. Alc. 46; φυὴν χαριέστερος Tyrt. 12.5; σοὶ χάριεν μὲν εἶδος Sapph. η̄ 9 App. p.49 Lobel; once in Trag., σὰν χαρίεσσαν ὥραν E. Fr. 453.6 (lyr.); also χαρίεσσα χελιδοῖ Anacr. 67: later ζῷα ὀφθῆναι χαρίεντα Luc. Prom.Es 3.
- II in Att., freq. of persons, in relation to qualities of mind, elegant, accomplished, χ. ἦσαν οἱ Λακωνικοί Ar. Lys. 1226; οἱ χαριέστατοι men of taste, Isoc. 12.8, Arist. Metaph. 1060a25, cf. Pl. R. 605b (Comp.); οἱ χ. Arist. Pol. 1297b9, Phld. Mort. 31; opp. οἱ πολλοὶ καὶ φορτικώτατοι, Arist. EN 1095b22, cf. Pol. 1267a1; τὰ τῶν χ. σκώμματα the wits, Pl. R. 452b; χ. καὶ νοῦν ἔχοντες Arist. Pol. 1320b7; χαριέστατος τὴν μουσικήν accomplished in . ., Pl. La. 180d; περὶ φιλοσοφίαν Id. Ep. 363c; χ. ποιητής Id. Lg. 680c; τῶν ἰατρῶν οἱ χ. Arist. EN 1102a21; στρατηγοί D.S. 12.33 (Sup.); γεωργός, παιδαγωγός, etc., Plu. Util. 2.92b, Cat.Mi. 1, etc.
- 2 of things, graceful, elegant, μέλος, πόνος, Pi. P. 5.107, N. 3.12, cf. Ar. Pl. 145; φιλοσοφία ἐστὶν χαρίεν Pl. Grg. 484c, cf. Sph. 234b (Comp.); χαρίεντα μὲν γὰρ ᾄδω, χ. δʼ οἶδα λέξαι Anacr. 45; λόγον λέξαι χαρίεντα Ar. V. 1400; βοήθειαι χαριέσταται πρός τι Pl. R. 602d; ἐνθύμημα χ. clever, smart, X. An. 3.5.12; τὸ ἀστεῖον καὶ χ. Luc. VH 1.2; χαρίεντα . . ἐσοφίσω καὶ σοφά Ar. Av. 1401; ironical, χαρίεντα πάθοιμʼ ἄν I should be nicely off, Id. Ec. 794; χαρίεν [ἐστὶ] εἰδέναι it is well to know, Hp. Art. 34; χ. οὖν . . λαλεῖν Ar. Ra. 1491 (lyr.); δοκεῖ χαριέστερον εἶναι . . λέγειν Pl. Prt. 320c; also χαρίεν γάρ, εἰ . . it would be a pretty thing, if . . ! X. Cyr. 1.4.13, Luc. JTr. 26.
- 3 rarely of natural objects, θεῶν χ. ἐναύλους Hes. Th. 129; χαρίεντα τὰ ὑδάτια φαίνεται Pl. Phdr. 229b; πηγὴ χαριεστάτη ib. 230b; τὴν Ἰνδῶν λίθον χ. Jul. Or. 2.51a.
- 4 name of a plant, χαρίεν τὸ ἐπονομαζόμενον, τούτου ῥίζαν πρόσθες Hp. Mul. 1.78.
- III Adv. χαριέντως gracefully, elegantly, cleverly; πάνυ χ. ἀποδεδεῖχθαι Pl. Phd. 87a, cf. Plt. 300b; χ. ἔχων τὸ σῶμα in fine condition, Id. Phd. 80c; δείπνου χ. πεπρυτανευμένου Alex. 110.4; χ. εἰπεῖν Pl. R. 331a: Comp., ἀνθηρότερον καὶ -έστερον τῶν ἄλλων λέγειν Isoc. 13.18; οἱ -εστέρως λέγοντες Arist. Metaph. 1075a26.
- 2 kindly, courteously, Isoc. 5.22.
- 3 with good intention, χ. μέν, ἀπειροτέρως δὲ ἐπαινεῖν Id. 12.37.
- IV the neut., as Adv., was written proparox. χάριεν in Att., acc. to Hdn.Gr. 1.350, A.D. Adv. 160.22, etc., but no example is quoted; neut. as Adj. is proparox. acc. to Suid.
1. ep., van uiterlijk bevallig, gracieus, aantrekkelijk:
2. Att.
a. van pers. aardig, geestig:
b. van zaken aardig, fraai:
3. adv.
Bei den Attikern χαρίεις von Personen gesagt = durch seines Betragen einnehmend, artig, witzig, scherzhaft, geistreich, wie Arist. Eth. 1.4.5 im Ggstz von οἱ πολλοὶ καὶ φορτικοί, vgl. Polit. 2.5 ; τὰ τῶν χαριέντων σκώμματα Plat. Rep. V.452b ; so bes. Sp.; οἱ χαριέστεροι Ggstz von οἱ πολλοί Luc. Nigr. 27, Ggstz von οἱ πρὸς ἀλήθειαν χείρονες 48 ; auch von Sachen, artig, sinnreich, allerliebst, χαρίεντα σοφίζεσθαι Ar. Av. 1401 ; χαρίεν γάρ, das ist spaßhaft (Scholl. γελοιῶδες, ἀνόητον), Luc. Iov. Trag. 26, Vit. auct. 3 ; τὸ ἀστεῖον καὶ χαρίεν V.H. 1.2 ; Plat. χαρίεις ἂν εἴη ὁ ἐν τῇ ποιήσει μιμητικὸς πρὸς σοφίαν περὶ ὧν ἂν ποιῇ, Rep. X.602a ; παιδιᾶς ἔχεις τι χαριέστερον εἶδος ἢ τὸ μιμητικόν Soph. 234b ; Θρᾶττά τις ἐμμελὴς καὶ χαρίεσσα θεράπαινα Theaet. 174a. – Ironisch χαρίεν γάρ = das wäre schön, Xen. Cyr. 1.4.43 ; aber An. 3.5.12 τὸ μὲν ἐνθύμημα χαρίεν ἐδόκει εἶναι. τὸ δὲ ἔργον ἀδύνατον ist = die Erfindung schien sein, es schien gut ausgesonnen.
• Adv. χαριέντως .
-εντος.
Fem. χαριεσσα. Neut. χαρίεν, -εντος.
[χάρις.]
Superl. χαριέστατος of two terminations Od. 10.279. Pleasing, lovely, fine: νηόν Il. 1.39, εἵματα Il. 5.905, Il. 22.511. Cf. Il. 8.204, Il. 9.599: φᾶρος Od. 5.231=Od. 10.544, ἔργα Od. 6.234=Od. 23.161, Od. 10.223.
In superl. : πέπλος χαριέστατος Il. 6.90, 271.
Of parts of the body, lovely, fair: μέτωπον Il. 16.798. Cf. Il. 18.24, Il. 22.403.
Of incorporeal things and abstractions, pleasing, delightful, acceptable: ἀμοιβήν Od. 3.58, ἀοιδήν Od. 24.198.
In comp. : τέλος χαριέστερον Od. 9.5.
In superl.: τοῦ περ χαριεστάτη ἥβη Il. 24.348: τοῦ περ χαριέστατος ἥβη Od. 10.279.
Absol. in neut. pl., what makes for pleasingness: οὐ πάντεσσι θεοὶ χαρίεντα διδοῦσιν Od. 8.167.
- 1delightful τὸ καλλίνικον λυτήριον δαπανᾶν μέλος χαρίεν P. 5.107 χαρίεντα δʼ ἕξει πόνον N. 3.12 ]αχαριε[ P. Oxy. 2443, fr. 2.
- Igraceful, beautiful, lovely, Hom.
- IIin Attic graceful, elegant, accomplished, οἱ χαρίεντες men of taste and refinement, men of education, Isocr., Plat.
- 2so of things, graceful, elegant, neat, pretty, Ar., Plat.; —iron., χαρίεν γάρ, εἰ . . it would be a pretty thing, if . . ! Xen.
- IIIadv. χαριέντως, gracefully, elegantly, neatly, daintily, cleverly, Plat.
- 2kindly, courteously, Isocr.
- IVthe neut. as adv., when it was written proparox. χάριεν, Ar., Plat.
-
…· τῷ δὲ μηδὲν ἑαυτῷ ἄδικον συνειδότι ἡδεῖα ἐλπὶς ἀεὶ πάρεστι καὶ ἀγαθὴ γηροτρόφος, ὡς καὶ Πίνδαρος λέγει. χαριέντως γάρ τοι, ὦ Σώκρατες, τοῦτʼ ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι ὃς ἂν δικαίως καὶ ὁσίως τὸν βίον διαγάγῃ ,…
Plato, Republic
-
…εἰρῆσθαι, καὶ πώγωνος ἤδη ὑποπιμπλάμενος. εἶτα τί τοῦτο ; οὐ σὺ μέντοι Ὁμήρου ἐπαινέτης εἶ, ὃς ἔφη χαριεστάτην ἥβην εἶναι τοῦ ; πρῶτον ; ὑπηνήτου, ἣν νῦν Ἀλκιβιάδης ἔχει ; τί οὖν τὰ νῦν ; ἦ παρʼ…
Plato, Protagoras
-
…ἐνθένδε μέντοι ποθὲν ἀπὸ τοῦ Ἰλισοῦ λέγεται ὁ Βορέας τὴν Ὠρείθυιαν ἁρπάσαι ; λέγεται γάρ. ἆρʼ οὖν ἐνθένδε ; χαρίεντα γοῦν καὶ καθαρὰ καὶ διαφανῆ τὰ ὑδάτια φαίνεται, καὶ ἐπιτήδεια κόραις παίζειν παρʼ αὐτά. οὔκ, ἀλλὰ κάτωθεν…
Plato, Phaedrus
-
…λόγῳ διεξελθών ; πολλοὶ οὖν αὐτῷ ὑπέλαβον τῶν παρακαθημένων ὁποτέρως βούλοιτο οὕτως διεξιέναι. δοκεῖ τοίνυν μοι, ἔφη, χαριέστερον εἶναι μῦθον ὑμῖν λέγειν. ἦν γάρ ποτε χρόνος ὅτε θεοὶ μὲν ἦσαν, θνητὰ δὲ γένη οὐκ ἦν .…
Plato, Protagoras
-
…τοκήων αἰόλαι εὐλαὶ ἔδονται, ἐπεί κε κύνες κορέσωνται γυμνόν · ἀτάρ τοι εἵματʼ ἐνὶ μεγάροισι κέονται λεπτά τε καὶ χαρίεντα τετυγμένα χερσὶ γυναικῶν. ἀλλʼ ἤτοι τάδε πάντα καταφλέξω πυρὶ κηλέῳ οὐδὲν σοί γʼ ὄφελος, ἐπεὶ οὐκ ἐγκείσεαι αὐτοῖς…
Homer, Iliad
-
…αὐτίχʼ ὁ μὲν χλαῖνάν τε χιτῶνά τε ἕννυτʼ Ὀδυσσεύς, αὐτὴ δʼ ἀργύφεον φᾶρος μέγα ἕννυτο νύμφη, λεπτὸν καὶ χαρίεν, περὶ δὲ ζώνην βάλετʼ ἰξυῖ καλὴν χρυσείην, κεφαλῇ δʼ ἐφύπερθε καλύπτρην. καὶ τότʼ Ὀδυσσῆι μεγαλήτορι μήδετο πομπήν…
Homer, Odyssey
-
…ἵνα μιν περὶ πάντα καλύπτοι, ὄφρʼ εἴη μακάρεσσι θεοῖς ἕδος ἀσφαλὲς αἰεί. γείνατο δʼ Οὔρεα μακρά, θεῶν χαρίεντας ἐναύλους Νυμφέων, αἳ ναίουσιν ἀνʼ οὔρεα βησσήεντα. ἠδὲ καὶ ἀτρύγετον πέλαγος τέκεν, οἴδματι θυῖον, Πόντον ,…
Hesiod, Theogony
-
…τε καὶ Εὐαγόρη καὶ Λαομέδεια Πουλυνόη τε καὶ Αὐτονόη καὶ Λυσιάνασσα Εὐάρνη τε φυήν ἐρατὴ καὶ εἶδος ἄμωμος καὶ Ψαμάθη χαρίεσσα δέμας δίη τε Μενίππη Νησώ τʼ Εὐπόμπη τε Θεμιστώ τε Προνόη τε Νημερτής θʼ, ἣ πατρὸς ἔχει νόον ἀθανάτοιο…
Hesiod, Theogony
-
…ἐόν, μάλα δʼ ὦκα περιτρέφεται κυκόωντι, ὣς ἄρα καρπαλίμως ἰήσατο θοῦρον Ἄρηα. τὸν δʼ Ἥβη λοῦσεν, χαρίεντα δὲ εἵματα ἕσσε · πὰρ δὲ Διὶ Κρονίωνι καθέζετο κύδεϊ γαίων. αἳ δʼ αὖτις πρὸς δῶμα Διὸς μεγάλοιο νέοντο…
Homer, Iliad
-
…κῶμον εὐφροσύνην νυκτός τε καὶ ἤματος. ὅς τις ἂν αὐτὴν τέχνῃ καὶ σοφίῃ δεδαημένος ἐξερεείνῃ, φθεγγομένη παντοῖα νόῳ χαρίεντα διδάσκει ῥεῖα συνηθείῃσιν ἀθυρομένη μαλακῇσιν, ἐργασίην φεύγουσα δυήπαθον · ὃς δέ κεν αὐτὴν νῆις ἐὼν τὸ πρῶτον ἐπιζαφελῶς ἐρεείνῃ…
NA, Homeric Hymns