χαρίζω
χαρίζω, to do a favor, to oblige, to please
- say or do something agreeable to a person, show him favour or kindness, oblige, gratify, c. dat. pers., freq. in part., χαριζομένη πόσεϊ ᾧ Il. 5.71, cf. 11.23, 15.449, Od. 8.538, 13.265; once in Hes., ποίησε . . χαριζόμενος Διί Th. 580; πᾶσι χαριζοίμην ἄν Hdt. 6.130, cf. Th. 3.40; τοῖς θεοῖς X. Mem. 4.3.16; Καλλίᾳ χαριζόμενος to oblige, humour him, Pl. Prt. 362a, cf. Men. 75b, Ar. Eq. 1368; of a judge, give a partial verdict, χ. οἷς ἂν δοκῇ αὐτῷ Pl. Ap. 35c; also χ. τῷ ἵππῳ X. Eq. 10.12: abs., make oneself agreeable, comply, opp. ἀντία φάσθαι, once in A., Pers. 700 (lyr.); οἱ ὑπὲρ καιρὸν χαριζόμενοι And. 4.7: c. acc. cogn., χάριτας χ. E. Fr. 360.1, Isoc. 1.31, D. 18.239; χ. τι καὶ αὐτός Th. 3.42; with part. added, χαρίζετο ἱερὰ ῥέζων Od. 1.61, cf. Hdt. 1.90, Ar. Ec. 1045, Pl. R. 338a, 426c, etc.: more freq. c. dat. modi, μήτε τί μοι ψεύδεσσι χαρίζεο do not court favour by lies, Od. 14.387; χαριζόμενος φιλότητι 10.43, etc.; λόγῳ θωπεῦσαι καὶ ἔργῳ χ. Pl. Tht. 173a codd.; opp. τὰ βέλτιστα λέγειν, D. 9.2, cf. Plu. Adul. 2.66a.
- 2 gratify or indulge a humour or passion, once in S., θυμῷ χαρίζεσθαι κενά El. 331, cf. Antipho 4.3.2, X. An. 7.1.25; ὀργῇ E. Fr. 31; γλώσσῃ Id. Or. 1514 (troch.); ἔρωτι Pi. Fr. 127; τῇ ἐπιθυμίᾳ Pl. R. 561c: τῷ σώματι X. Mem. 1.2.23; τῇ γαστρί ib. 2.1.2, Cyr. 4.2.39; τῇ ἡδονῇ ib. 4.3.2.
- 3 in erotic sense, grant favours to a man, Ar. Ec. 629 (anap.), Pl. Smp. 182a, Phdr. 231c, 256a, X. Mem. 3.11.12, etc.: hence of Comedy, ὀλίγοις χαρίσασθαι Ar. Eq. 517 (anap.): c. acc. cogn., χ. θήλειαν ἀπόλαυσιν Luc. Am. 27.
- II c. acc. rei, give graciously or cheerfully, δῶρα Od. 24.283; ἄποινα Il. 6.49, 10.380; χαρίζεσθαί τινί τι Hdt. 1.91, Ar. Ach. 437, Eq. 54, X. Cyr. 1.4.9, etc.; πωλεῖν καὶ χ. καὶ τέκνοις μεταδιδόναι PGrenf. 1.60.45 (vi A. D.); so c. acc. pers., χαρίζομαί σε τοῖς ὄχλοις PFlor. 61.61 (i A.D.): with a strong oxymoron, ξείνια δυσμενέσιν λυγρὰ χ. Archil. 7: c. inf. with Art., χ. τὸ ποθεῖν Plu. Cons.ux. 2.609a; τὸ ζῆν LXX 2 Ma. 3.33; without the Art., πολλοῖς ἐχαρίσατο βλέπειν (v.l. τὸ β.) Ev.Luc. 7.21; χάρισαι [αὐτοῖς] μένειν allow them to remain, Luc. Am. 19, cf. AP 5.236 (Agath.); so ἆρʼ ἄν τί μοι χαρίσαιο τοιόνδε—μή μου καταγελᾶν; Pl. Hp.Mi. 364c.
- b χ. τὴν δέησιν grant the request, Luc. Bis Acc. 14.
- c Pass., c. acc., to be favoured with, ἀνάγκᾳ πνεῦμα χαριζόμενος Epigr.Gr. 204.18 (Cnidus).
- 2 c. gen. partit., give freely of a thing, ἀλλοτρίων χ. Od. 17.452; ταμίη . . χαριζομένη παρεόντων giving freely of such things as were ready, 1.140, etc.; παντοίων ἀγαθῶν γαστρὶ χαριζόμενοι Thgn. 1000; γλώσσης μαφιδίοιο χ. παρεοῦσι Theoc. 25.188; προικὸς χαρίζεσθαι, of his bounty, Od. 13.15.
- 3 c. acc. pers., give up as a favour, τῇ μητρὶ χ. Ὀκτάβιον, by dropping a law aimed at him, Plu. CG 4; but also, by unjust condemnation, Act.Ap. 25.11, 16; also τῷ θεῷ με ἐχαρίσω, of a dedication ceremony, PBremen 49.14 (ii A. D.).
- 4 forgive, τὴν ἀδικίαν τινί 2 Ep.Cor. 12.13, cf. Ep.Col. 2.13: abs., 2 Ep.Cor. 2.7, etc.
- III Pass., esp. in pf. and plpf., κεχάριστο θυμῷ was dear to her heart, Od. 6.23; τοῖσι Εὐβοεῦσι ἐκεχάριστο the pleasure of the Euboeans was done, Hdt. 8.5; ταῦτα μὲν οὖν μνήμῃ κεχαρίσθω let a tribute be paid . . Pl. Phdr. 250c; cf. χάρις A. V.
- 2 mostly part. pf. κεχαρισμένος, η, ον, as Adj., acceptable, welcome, ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ Il. 5.243, 826, etc.; κεχαρισμένα δῶρα θεοῖσι δίδωσι, 20.298, cf. Od. 16.184, 19.397; κεχαρισμένα θεῖναί τινι to do things pleasing to one, Il. 24.661; ἀνὴρ κεχαρισμένα εἰδώς Od. 8.584; θεοις κεχαρισμένα ποιεῖν Lys. 6.33; κεχ. τοῖς θεοῖς λέγειν τε καὶ πράττειν, Pl. Euthphr. 14b, cf. Phdr. 273e; δοίη ᾧ κʼ ἐθέλοι καί οἱ κεχαρισμένος ἔλθοι Od. 2.54, cf. Hdt. 1.87, 3.119, X. Mem. 1.2.10, etc.; κεχαρισμένα θύρσῳ E. HF 892 (lyr.); κεχαρ. χοιρίδιον Ar. Pax 386 (lyr.); πᾶσιν κεχαρισμένος Pl. Sph. 218a; λόγος κεχ. D. 14.1; σιτίον ἢ ποτόν X. Mem. 2.1.24; ἐν τοῖς μὴ κεχαρισμένοις . . πρὸς τὴν αἴσθησιν Arist. PA 645a7; cf. κεχαρισμένως.
- 3 later, Comp. κεχαρισμενώτερος Ael. NA 12.7; Sup. -ώτατος Alciphr. 3.65.—Rare in Trag., but freq. in Att. Prose.
- 1mid. indulge c. dat. εἴη καὶ ἐρᾶν καὶ ἔρωτι χαρίζεσθαι κατὰ καιρόν fr. 127. 2.
- Ito say or do something agreeable to a person, shew him favour or kindness, to oblige, gratify, favour, humour, Lat. gratificari, c. dat. pers., Hom., Hdt., Attic:—absol. to make oneself agreeable, court favour, comply, Aesch., Dem.; c. dat. modi, μή μοι ψεύδεσσι χαρίζεο do not court favour with me by lies, Od.; τῶι αὐτῶι by the same arts, Thuc.
- 2in Attic to gratify or indulge a humour or passion, like Lat. indulgere, θυμῶι Soph.; γλώσσηι Eur.; etc.
- 3to humour another in argument, i. e. let him have the best of it, Plat.
- IIc. acc. rei, to offer willingly, give cheerfully, give freely, Hom., Hdt., Attic
- 2c. gen. partit. to give freely of a thing, χ. ἀλλοτρίων Od.; χαριζομένη παρεόντων giving freely of such things as were ready, Od.
- 3c. acc. pers. to give up as a favour, i. e. not after lawful trial, NTest., Plut.
- 4to forgive, Lat. condonare, NTest.
- IIIPass. to be pleasing, agreeable, τοῖσι Εὐβοέεσσι ἐκεχάριστο it was done to please the Euboeans, Hdt.; ταῦτα μὲν οὖν μνήμηι κεχαρίσθω Plat.:—adv. κεχαρισμένως, Ar.
-
…τούτῳ κάθηται ὁ δικαστής, ἐπὶ τῷ καταχαρίζεσθαι τὰ δίκαια, ἀλλʼ ἐπὶ τῷ κρίνειν ταῦτα · καὶ ὀμώμοκεν οὐ χαριεῖσθαι οἷς ἂν δοκῇ αὐτῷ, ἀλλὰ δικάσειν κατὰ τοὺς νόμους. οὔκουν χρὴ οὔτε ἡμᾶς ἐθίζειν ὑμᾶς ἐπιορκεῖν οὔθʼ ὑμᾶς…
Plato, Apology
-
…πάνυ καλῶς. σοὶ γάρ, ἔφη, χαρίζομαι. εὖ γε σὺ ποιῶν · ἀλλὰ δὴ καὶ τόδε μοι χάρισαι καὶ λέγε · δοκεῖς ἂν ἢ πόλιν ἢ στρατόπεδον ἢ λῃστὰς ἢ κλέπτας ἢ ἄλλο τι ἔθνος, ὅσα κοινῇ…
Plato, Republic
-
…εἰκὸς λέγειν · σὺ γὰρ δὴ φῂς εἰδέναι καὶ ἔχειν εἰπεῖν. μὴ οὖν ἄλλως ποίει, ἀλλὰ ἐμοί τε χαρίζου ἀποκρινόμενος καὶ μὴ φθονήσῃς καὶ Γλαύκωνα τόνδε διδάξαι καὶ τοὺς ἄλλους. εἰπόντος δέ μου ταῦτα, ὅ τε Γλαύκων…
Plato, Republic
-
…Θρασύμαχε, ὅτι οὐκ ἐπινεύεις μόνον καὶ ἀνανεύεις, ἀλλὰ καὶ ἀποκρίνῃ πάνυ καλῶς. σοὶ γάρ, ἔφη, χαρίζομαι. εὖ γε σὺ ποιῶν · ἀλλὰ δὴ καὶ τόδε μοι χάρισαι καὶ λέγε · δοκεῖς ἂν ἢ πόλιν ἢ…
Plato, Republic
-
…ἢ τὸν κίνδυνον τὸν ἑαυτῶν ἐφοβοῦντο, καὶ ἠξίουν ὑπὲρ τῶν ἀσθενεστέρων μετὰ τοῦ δικαίου διαμάχεσθαι μᾶλλον ἢ τοῖς δυναμένοις χαριζόμενοι τοὺς ὑπʼ ἐκείνων ἀδικουμένους ἐκδοῦναι. ἐπιστρατεύσαντος δʼ Εὐρυσθέως μετὰ τῶν ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ Πελοπόννησον ἐχόντων, οὐκ ἐγγὺς…
Lysias, Speeches
-
…οὐ δυνάμενοι δὲ τούτων τυχεῖν ἐστράτευσαν ἐπʼ αὐτούς, οὐδεμιᾶς διαφορᾶς πρότερον πρὸς Καδμείους ὑπαρχούσης, οὐδὲ τοῖς ζῶσιν Ἀργείων χαριζόμενοι, ἀλλὰ τοὺς τεθνεῶτας ἐν τῷ πολέμῳ ἀξιοῦντες τῶν νομιζομένων τυγχάνειν πρὸς τοὺς ἑτέρους ὑπὲρ ἀμφοτέρων ἐκινδύνευσαν, ὑπὲρ μὲν…
Lysias, Speeches
-
…Ἀχιλεῦ ; τί δέ σε χρεὼ ἐμεῖο ; τὸν δʼ ἀπαμειβόμενος προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς · δῖε Μενοιτιάδη τῷ ἐμῷ κεχαρισμένε θυμῷ νῦν ὀΐω περὶ γούνατʼ ἐμὰ στήσεσθαι Ἀχαιοὺς λισσομένους · χρειὼ γὰρ ἱκάνεται οὐκέτʼ ἀνεκτός. ἀλλʼ ἴθι νῦν Πάτροκλε…
Homer, Iliad
-
…. αὕτη γὰρ τὴν αὑτῆς γνώμην οὐκ ἐπεῖχεν, ἀλλὰ πολλάκις Ἀντωνίῳ λόγους προσέφερε τὸν μὲν Ἡρώδην ἀνελεῖν ἀξιοῦσα, χαρίσασθαι δʼ αὐτῇ τὴν βασιλείαν τῶν Ἰουδαίων δεομένη. καὶ μᾶλλον ἄν τις ἐθαύμασεν, ὅτι μηδέπω τοῖς προστάγμασιν Ἀντώνιος ὑπακηκόει…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…δʼ ἄμβατός ἐστι θάλασσα · εἰαρινὸς δʼ οὗτος πέλεται πλόος. οὔ μιν ἔγωγε αἴνημʼ · οὐ γὰρ ἐμῷ θυμῷ κεχαρισμένος ἐστίν · ἁρπακτός · χαλεπῶς κε φύγοις κακόν · ἀλλά νυ καὶ τὰ ἄνθρωποι ῥέζουσιν ἀιδρείῃσι νόοιο · χρήματα γὰρ…
Hesiod, Works and Days
-
…ἔγνω τὴν ἐσβολὴν ἐσομένην, ὑποτοπήσας, ὅτι Ἀρχίδαμος αὐτῷ ξένος ὢν ἐτύγχανε, μὴ πολλάκις ἢ αὐτὸς ἰδίᾳ βουλόμενος χαρίζεσθαι τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ παραλίπῃ καὶ μὴ δῃώσῃ, ἢ καὶ Λακεδαιμονίων κελευσάντων ἐπὶ διαβολῇ τῇ ἑαυτοῦ γένηται τοῦτο, ὥσπερ…
Thucydides, The Peloponnesian War