χάραξις
χάραξις, incision, mark
χάραξις [χᾰ], εως, ἡ,
- incision, mark, Sch. Ar. Nu. 23 (pl.); ἡ χ. τοῦ ἀρότρου Theognost. Can. 38; τῶν τροχῶν Hsch. s.v. ἁματροχιάς; τοῦ τροχοῦ, = Lat. orbita, Gloss.
- 2 erasure, PLips. 10 ii 4 (iii A. D.).
- 3 metaph. of acute pain, ὑπὸ βηχὸς ἴσχει τραχύτητας καὶ χ. Plu. QConv. 2.698c.
- II coining, minting, τοῦ λεπτοῦ χαλκοῦ OGI 485.12 (Magn.Mae.).
χάραξις, εως (ἡ) [χᾰ] incision, Plut. M. 698c.
Étym. χαράσσω.
χάραξις, ἡ, das Einschneiden, τραχύτητας καὶ χαράξεις Plut. Symp. 7.1.