χειροσκοπικός
χειροσκοπικός, based on palmistry
χειρο-σκοπικός, ή, όν,
- based on palmistry, οἰώνισμα Suid. s.v. Ἕλενος.
χειροσκοπικός, ή, όν, zum χειροσκόπος oder zu seiner Kunst gehörig, geübt darin, Sp.