χολίκιον
χολίκιον, (bit of gut) sausage
χολ-ίκιον, το, Dim. of χόλιξ, Thphr. Char. 9.4, Poll. 6.52.
χολίκιον, ου (τὸ) [ῐκ] dim. de χόλιξ, Th. Char. 9.
χολίκιον, τό, dim. von χόλιξ, Theophr. char. 9.
χολίκιον, ου, τό,
Dim. of χόλιξ, Theophr.