χρυσοτόρευτος
χρυσοτόρευτος, embossed with gold
χρῡσο-τόρευτος, ον,
- embossed with gold, LXX Ex. 25.17(18); also χρῡσο-τόρνευτος, κρατήρ Ps.-Callisth. 3.28.
χρυσο·τόρευτος, ος, ον [ῡ] ciselé ou travaillé en or, Spt. Ex. 25, 18.
Étym. χρ. τορεύω.
χρυσοτόρευτος, [ῡ], aus Gold gearbeitet, LXX.