χύμωσις
χῡμ-ωσις, εως, ἡ,
- a stage of πέψις, almost = χύλωσις, ἀποτυχία χυλοποιήσεως καὶ χυμώσεως καὶ τῆς πέψεως, Steph. in Hp. 1.154D.