ἀγανακτέω
ἀγανακτέω, to feel irritation
- feel a violent irritation, of the effects of cold on the body, Hp. Liqu. 2, cf. Heliod. ap. Orib. 46.7.8; of wine, ferment, Plu. QConv. 2.734e; so metaph., ζεῖ τε καὶ ἀ., of the soul, Pl. Phdr. 251c.
- II metaph., to be displeased, vexed, μηδʼ ἀγανάκτει Ar. V. 287; esp. show outward signs of grief, κλάων καὶ ἀ. Pl. Phd. 117d; τὰ σπλάγχνʼ ἀγανακτεῖ Ar. Ra. 1006, etc.; ἀ. ἐνθυμούμενος . . And. 4.18:—foll. by a relat., ἀ. ὅτι . . Antipho 4.2.1, Lys. 3.3; ἀ. εἰ . ., ἐάν . . And. 1.139, Pl. La. 194a.
- 2 c. dat. rei, to be vexed at a thing, θανάτῳ Pl. Phd. 63b, etc.; c. acc. neut., ib. 64a; ἀ. ταῦτα, ὅτι . . Id. Euthphr. 4d; ἀ. ἐπί τινι Lys. 1.1, Isoc. 16.49, etc.; ὑπέρ τινος Pl. Euthd. 283e, etc.; περί τινος Id. Ep. 349d; διά τι Id. Phd. 63c; πρός τι Epict. Ench. 4, M.Ant. 7.66; and sts. c. gen. rei, AB 334.
- 3 to be vexed at or with a person, τινί X. HG 5.3.11; πρός τινα Plu. Cam. 28, Diog.Oen. 68; κατά τινος Luc. Tim. 18:—c. part., to be angry at, ἀ. ἀποθνῄσκοντας Pl. Phd. 62e, cf. 67d.
- III Med. in act. sense, aor. part. -ησάμενος Luc. Somn. 4; prob. in Palaeph. 40; ἠγανάκτηνται τῷ πράγματι Hyp. Fr. 70.
I
1 estremecerse por el frío, Hp.Liqu.2, cf. Heliod. en Orib.46.7.8
• fig., del alma estremecerse, agitarse
ζεῖ τε καὶ ἀγανακτεῖ
(cuando le salen las alas)
2 de líquidos agitarse, burbujear
II irritarse, enojarse, indignarse, enfadarse Stesich.2.6A., Th.8.43, 66, Luc.Somn.14
• indicando el motivo c. ὅτι, εἰ enfadarse porque, de que
ταῦτα ἀγανακτεῖ ὁ πατήρ ... ὅτι ...
• expr. la causa c. otras constr.: c. dat.
θανάτῳ
τῇ τόλμῃ αὐτῶν
τῷ συμβάντι
τῷ ὁμίλῳ
ἀ. ὅ πάλαι προυθυμοῦντο
τῶν τειχῶν καθῃρημένων
ἐπί τοῖς γεγενημένοις
ἐφ' οἷς διετελοῦντο ἐν τοιούτῳ ἱερῷ
ὑπὲρ τῶν παιδικῶν
περί τῶν τότε πραχθέντων
διὰ ταῦτα
πρὸς τὰ γινόμενα
πρὸς τὴν κακίαν
πρὸς τούτοις
• c. part. predic.
ἀγανακτεῖν ἀποθνῄσκοντας
enfadarse por tener que morir
• c. compl. de pers. en ac. o constr. prep. enojarse, indignarse con
ἀγανακτήσασα ἡ θεία δίκη αὐτόν
πρός αὐτούς
κατ' αὐτῶν
τί οὖν ἀγανακτεῖς κατ' αὐτῶν;
περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν
• en v. med. mismos sent., abs.
μηδ' οὕτω σεαυτὸν ἔσθιε μηδ' ἀγανάκτει
no te reconcomas ni te enfurezcas
• a veces por el cont. irritarse expresando la queja, expresar la indignación
κλάων καὶ ἀγανακτῶν
τὰ σπλάγχν' ἀγανακτεῖ
1. fysiek geïrriteerd zijn of raken:
2. geestelijk zich ergeren (aan), verontwaardigd zijn;
a) τινί, Xen. Hell. 5.3.3 u. 11 ; Plat. Phaed. 63b u. sonst ; Lys. 3.16.
b) ἐπί τινι, Isocr. 4.122.
c) mit dem acc. der pron. neutr., Plat. Phaed. 64b ; ταῦτα, ὅτι Euth. 4c ; ταῦτα καὶ αὐτὸς ἀγ. Luc. Tim. 17.
d) ὑπέρ τινος, Plat. Alc.I, 119c u. oft ; ὑπὲρ ἐμοῦ ὡς δεινὰ πάσχοντος Phaed. 115e ; περί τινος, Ep. 7.349d ; NT, Matth. 26.24 ; πρός τι, Marc. 14.4 ; Epict. man. 4. – Selten τινός, B.A. 334.
e) sehr häufig folgt ein Satz mit εἰ bei Plat. u. den Rednern, z.B. αὐτὸ τοῦτο ἀγ., εἰ τὰ μὲν χρήματα λυπεῖ τινας Dem. 8.55 ; 54.15 ; Isocr. 8.42 ; Strato bei Ath. IX.382d (v. 17); ὡς, c. ind., Plat. Gorg. 519b ; ein partic., ἀγ. ἀποθνήσκοντας Phaed. 62e ; wozu auch ὡς tritt, Rep. I.329a, Phaedr. 254a. Plato verbindet es mit ἐπιθεάζω, Phaedr. 241b ; mit κλαίων, Phaed. 117d ; ἀγριαίνω, Legg. II.666e ; σχετλιάζω, Gorg. 515b ; Sp., wie Plut. Camill. 28 ; Herodian. πρός τινα, auf Jemand zürnen, Luc. κατά τινος, Tim. 13.18. – Med., ἀγανακτησαμένης τῆς μητρός Luc. Somn. 4, = act.
- 1to feel irritation: metaph. to be vexed, annoyed, angry, discontented, Ar., Plat.; c. dat. rei, to be vexed at a thing, Plat.; ἐπί τινι Isocr., ὑπέρ τινος, διά τι Plat.
- 2to be vexed at or with a person, τινί Xen.; πρός τινα Plut.; κατά τινος Luc.: c. acc. pers., ἀγ. τινὰς ἀποθνήσκοντας to be angry at their dying, Plat.
-
…νῦν παρεστώσῃ συμφορᾷ, ὡς ῥᾳδίως αὐτὴν καὶ πρᾴως φέρεις. καὶ γὰρ ἄν, ὦ Κρίτων, πλημμελὲς εἴη ἀγανακτεῖν τηλικοῦτον ὄντα εἰ δεῖ ἤδη τελευτᾶν. καὶ ἄλλοι, ὦ Σώκρατες, τηλικοῦτοι ἐν τοιαύταις συμφοραῖς ἁλίσκονται, ἀλλʼ…
Plato, Crito
-
…ἃ μὲν ἐγὼ ἔχοιμʼ ἂν ἀπολογεῖσθαι, σχεδόν ἐστι ταῦτα καὶ ἄλλα ἴσως τοιαῦτα. τάχα δʼ ἄν τις ὑμῶν ἀγανακτήσειεν ἀναμνησθεὶς ἑαυτοῦ, εἰ ὁ μὲν καὶ ἐλάττω τουτουῒ τοῦ ἀγῶνος ἀγῶνα ἀγωνιζόμενος ἐδεήθη τε καὶ ἱκέτευσε τοὺς δικαστὰς μετὰ…
Plato, Apology
-
…ἄλλοι, ὦ Σώκρατες, τηλικοῦτοι ἐν τοιαύταις συμφοραῖς ἁλίσκονται, ἀλλʼ οὐδὲν αὐτοὺς ἐπιλύεται ἡ ἡλικία τὸ μὴ οὐχὶ ἀγανακτεῖν τῇ παρούσῃ τύχῃ. ἔστι ταῦτα. ἀλλὰ τί δὴ οὕτω πρῲ ἀφῖξαι ; ἀγγελίαν, ὦ Σώκρατες, φέρων…
Plato, Crito
-
…, ὧν ἦν Στρομβιχίδης καὶ Διονυσόδωρος, καὶ ἄλλοι τινὲς τῶν πολιτῶν εὐνοοῦντες ὑμῖν, ὥς γʼ ἐδήλωσαν ὕστερον, ἠγανάκτουν σφόδρα. ἦλθε γὰρ φέρων εἰρήνην τοιαύτην, ἣν ἡμεῖς ἔργῳ μαθόντες ἔγνωμεν · πολλοὺς γὰρ τῶν πολιτῶν καὶ ἀγαθοὺς…
Lysias, Speeches
-
…αὐτὴν γνώμην περὶ τῶν ἄλλων ἔχοιτε, ἥνπερ περὶ ὑμῶν αὐτῶν, οὐκ ἂν εἴη ὅστις οὐκ ἐπὶ τοῖς γεγενημένοις ἀγανακτοίη, ἀλλὰ πάντες ἂν περὶ τῶν τὰ τοιαῦτα ἐπιτηδευόντων τὰς ζημίας μικρὰς ἡγοῖσθε. καὶ ταῦτα οὐκ ἂν εἴη μόνον…
Lysias, Speeches
-
…ὑμῖν ἐπιτρέπω καὶ τῷ θεῷ κρῖναι περὶ ἐμοῦ ὅπῃ μέλλει ἐμοί τε ἄριστα εἶναι καὶ ὑμῖν. τὸ μὲν μὴ ἀγανακτεῖν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ἐπὶ τούτῳ τῷ γεγονότι, ὅτι μου κατεψηφίσασθε, ἄλλα τέ μοι πολλὰ συμβάλλεται ,…
Plato, Apology
-
…οὓς νῦν ἐγὼ κατεῖχον, ὑμεῖς δὲ οὐκ ᾐσθάνεσθε · καὶ χαλεπώτεροι ἔσονται ὅσῳ νεώτεροί εἰσιν, καὶ ὑμεῖς μᾶλλον ἀγανακτήσετε. εἰ γὰρ οἴεσθε ἀποκτείνοντες ἀνθρώπους ἐπισχήσειν τοῦ ὀνειδίζειν τινὰ ὑμῖν ὅτι οὐκ ὀρθῶς ζῆτε, οὐ καλῶς διανοεῖσθε ·…
Plato, Apology
-
…καὶ τοῦτο συνέφη. πότερον δὲ τοῦτο αὐτὸ τὸ πρᾶγμά φατε τοιοῦτον πεφυκέναι οἷον ἀνόσιον εἶναι ἢ οἷον ὅσιον ; ἀγανακτήσαιμʼ ἂν ἔγωγʼ, ἔφην, τῷ ἐρωτήματι, καὶ εἴποιμʼ ἄν · εὐφήμει, ὦ ἄνθρωπε · σχολῇ μεντἄν τι…
Plato, Protagoras
-
…καὶ ἀναμιμνῃσκόμενοι περί τε τἀφροδίσια καὶ περὶ πότους τε καὶ εὐωχίας καὶ ἄλλʼ ἄττα ἃ τῶν τοιούτων ἔχεται, καὶ ἀγανακτοῦσιν ὡς μεγάλων τινῶν ἀπεστερημένοι καὶ τότε μὲν εὖ ζῶντες, νῦν δὲ οὐδὲ ζῶντες. ἔνιοι δὲ καὶ τὰς τῶν…
Plato, Republic
-
…κατέφυγεν, οὗτοι δὲ συνεισπεσόντες ἦγον αὐτὸν βίᾳ, βοῶντα καὶ κεκραγότα καὶ μαρτυρόμενον. συνδραμόντων δὲ ἀνθρώπων πολλῶν καὶ ἀγανακτούντων τῷ πράγματι καὶ δεινὰ φασκόντων εἶναι τὰ γιγνόμενα, τῶν μὲν λεγομένων οὐδὲν ἐφρόντιζον, Μόλωνα δὲ τὸν γναφέα καὶ…
Lysias, Speeches