ἀγόγγυστος
ἀγόγγυστος, not murmuring
ἀγόγγυστος, ον,
- not murmuring, in Adv. -τως, Sor. 1.88.
1 que no se queja
ὁ ὑπηρέτης
2 adv. -ως sin murmurar, sin quejarse Sor.68.11, Nil.M.79.273D,
ἀκαταφρονήτως καὶ ἀ.
•Cf.