ἀγξηραίνω
ἀγξηραίνω, V. ἀναξηραίνω.
ἀγξηραίνω, v. ἀναξηραίνω.
ἀγξηραίνω, s. ἀναξηραίνω.
†ἀγξηραίνω
[ἀγ-, ἀνα- 6.]
3 sing. aor. subj. ἀγξηράνῃ.
To dry up: ἀλωήν Il. 21.347.