Ἁγνώνειος Save Ἁγνώνειος, of Hagnon; Hagnonian DGE Bailly 2024 Ἁγνώνειος -α, -ον de Hagnón τὰ Ἀγνώνεια οἰκοδομήματα Th.5.11. Ἁγνώνειος, α, ον, d’Hagnôn, Thc. 5, 11. Étym. Ἅγνων.