About Report a problem

Menu

ἀκατάκαυτος

ἀκατάκαυτος -ον

no quemado o sometido a combustión δυναμικώτερα τὰ ἀκατάκαυτα τῶν κεκαυμένων ἡγητέον Dsc.5.102.3.

Saved

Recent