Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀκουβητάλιος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἄκορος
ἀκοροτικός
ἀκορραί
ἀκόρυφος
ἀκορύφωτος
ἀκόρωδον
ἄκος
ἀκοσκίνευτος
ἀκοσμέω
ἀκοσμήεις
ἀκόσμητος
ἀκοσμήτως
ἀκοσμία
ἀκόσμιος
ἄκοσμος
ἀκόσμως
ἀκοστάω
ἀκοστέω
ἀκοστή
ἀκοστής
ἀκόστιλα
Ἄκοστος
ἀκοστόω
ἄκοτος
ἀκουάζομαι
ἀκουάζω
Ἀκουαιστατιέλλαι
Ἀκουανῖται
ἀκουάρις
ἀκουβ-
ἀκουβητάλιος
ἀκουβήτωρ
ἀκουβίτωρ
ἀκουή
Ἀκουήνσιοι
Ἀκούης
Ἀκουιλωνία
Ἀκούινκον
Ἀκούινον
Ἀκουῖνος
Ἀκουιτανία
Ἀκουιτανικός
Ἀκουιτανός
ἄκουκα
Ἀκουληία
Ἀκουληΐα
ἀκουμβίζω
ἀκούμβιτον
Ἀκουμενός
Ἀκούμινκον
ἀκουόντως
ἀκουός
Ἄκουρ
ἀκούρευτος
ἀκούρης
ἄκουρος
ἄκουσα
ἀκουσείω
ἀκουσία
ἀκουσιάζομαι
ἀκουσίθεον
…
ἀκουβητάλιος
Save
DGE
ἀκουβητάλιος
v.
ἀκκουβιτάλι(ο)ς
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}