Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἄκουκα
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀκόσμιος
ἄκοσμος
ἀκόσμως
ἀκοστάω
ἀκοστέω
ἀκοστή
ἀκοστής
ἀκόστιλα
Ἄκοστος
ἀκοστόω
ἄκοτος
ἀκουάζομαι
ἀκουάζω
Ἀκουαιστατιέλλαι
Ἀκουανῖται
ἀκουάρις
ἀκουβ-
ἀκουβητάλιος
ἀκουβήτωρ
ἀκουβίτωρ
ἀκουή
Ἀκουήνσιοι
Ἀκούης
Ἀκουιλωνία
Ἀκούινκον
Ἀκούινον
Ἀκουῖνος
Ἀκουιτανία
Ἀκουιτανικός
Ἀκουιτανός
ἄκουκα
Ἀκουληία
Ἀκουληΐα
ἀκουμβίζω
ἀκούμβιτον
Ἀκουμενός
Ἀκούμινκον
ἀκουόντως
ἀκουός
Ἄκουρ
ἀκούρευτος
ἀκούρης
ἄκουρος
ἄκουσα
ἀκουσείω
ἀκουσία
ἀκουσιάζομαι
ἀκουσίθεον
ἀκουσίθεος
Ἀκουσιλάδας
Ἀκουσίλαος
Ἀκουσίλοχος
ἀκούσιμος
ἀκούσιος
ἀκουσιότης
ἄκουσις
Ἀκουσιὼν κολωνία
ἀκουσίως
ἄκουσμα
ἀκουσματικός
ἀκουσμάτιον
…
ἄκουκα
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
ἄκουκα,
v.
ἀκούω
.
ἄκουκα
Dor. perf.
van
ἀκούω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}