ἀμετάλλακτος
ἀμετάλλακτος, unchanging
ἀμετ-άλλακτος, ον,
- unchanging, J. AJ 18.1.6, Dam. Pr. 370.
1 no mistificado
τὴν ἀληθῆ καὶ ἀμετάλλακτον (τοῦ Χριστοῦ εἰκόνα)
2 inalterable subst.
τὸ ἀμετάλλακτον αὐτῶν
τὸ συνεχὲς καὶ ἀ. τῆς διακοσμήσεως
ἀ·μετάλλακτος, ος, ον, immuable, Jos. A.J. 18, 1, 6.
ἀμετάλλακτος, nicht zu vertauschen, Jos.