ἀνάφθεγξις
ἀνάφθεγξις, mode of utterance
ἀνά-φθεγξις, εως, ἡ,
- mode of utterance, λύπη καὶ φόβος ἰδίας ἀναφθέγξεις ἔχουσιν Ph. 1.618, cf. Diog.Oen.10.
expresión oral
λύπη καὶ φόβος ἰδίας ἀναφθέγξεις ἔχουσιν
τῶν τε ὀνομάτων καὶ τῶν ῥημάτων ὧν ἐποιήσαντο τὰς πρώτας ἀ.
ἀνάφθεγξις, εως (ἡ) appel à haute voix, Phil. 1, 597.
Étym. ἀναφθέγγομαι.