Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀναφλασμόν
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναφαλαντίας
ἀναφαλαντίασις
ἀναφάλαντος
ἀναφαλάντωμα
ἀναφάλας
ἀναφανδά
ἀναφανδόν
ἀναφανδός
ἀναφανής
ἀνάφανσις
ἀναφαντάζω
Ἀναφᾶς
ἀνάφαυσις
ἀναφέγγει
ἀναφέρω
ἀναφεύγω
ἀναφευκτικός
ἀνάφευξις
Ἀνάφη
ἀναφήριτον
ἀναφής
Ἀνάφης
ἀνάφθας
ἀναφθέγγομαι
ἀνάφθεγμα
ἀνάφθεγξις
ἀναφθείρομαι
ἀναφθείς
ἀνάφθησις
ἀναφλᾶ
ἀναφλασμόν
ἀναφλασμός
ἀναφλάω
ἀναφλεγμαίνω
ἀναφλέγω
ἀνάφλεξις
ἀναφλογίζω
ἀναφλογόω
Ἀναφλύστιος
Ἀναφλυστόθεν
Ἀναφλυστοῖ
Ἀνάφλυστόνδε
Ἀναφλυστόνδε
Ἀνάφλυστος
ἀναφλύω
ἀναφοβέω
ἀναφοιβάσας
ἀναφοινίσσω
ἀναφοινίττομαι
Ἀναφοίτας
ἀναφοιτάω
ἀναφοίτησις
ἀναφορά
ἀναφορεύς
ἀναφορέω
ἀναφορητικός
ἀναφορικός
ἀναφορικῶς
ἀναφόριον
ἀναφόριφος
ἀναφορμίζομαι
…
ἀναφλασμόν
Save
DGE
ἀναφλασμόν
-οῦ, τό
• Alolema:
ἀναφλασμός
,
-οῦ
(var.)
masturbación
Eup.61.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}