ἀναφανδόν
ἀναφανδόν, openly
ἀναφαν-δόν, Adv. = foreg., Il. 16.178, Hdt. 2.35, 46, Pl. Prt. 348e, etc.: poet. ἀμφανδόν Pi. P. 9.41.
abiertamente, públicamente
ὁς ῥ' ἀναφανδὸν ὄπυιε
τὰ δὲ μὴ αἰσχρὰ (ἐστὶ ποιέειν χρεόν) ἀναφανδόν
ἀ. σεαυτὸν ὑποκηρυξάμενος εἰς πάντας τοὺς Ἕληνας
πῶς οὐκ ἐμήδιζον ἀναφανδόν ...;
διεχλεύαζε
πᾶσι γὰρ [ἐν τεκέ]εσσιν ἐμοῖς ἀ. ἐπέστης
ταῦτα ... ἀ. οὕτω γιγνόμενα
• c. εἰς:
τλήτω ... εἰς ἀ. ἱκέσθαι
ἀναφανδόν, adv. c. le préc. Il. 16, 178 ; Hdt. 2, 35 et 46 ; Plat. Prot. 348e ||
➳ Forme contr. ἀμφανδόν, Pd. P. 9, 42 ; cf. ἀμφαδόν.
ἀναφανδόν, sichtbar, vor aller Augen, Il. 16.178 ; Her. 1.46 ; Plat. Prot. 348e u. öfter ; auch bei Sp.
ἀναφανδόν
[as ἀναφανδά.]
= ἀναφανδά.: ἀ. ὄπυιεν (as her avowed husband) Il. 16.178.