ἀνείσφορος
ἀνείσφορος, exempt from tax
ἀνείσφορ-ος, ον,
- exempt from taxation, τῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀναλισκομένων D.H. 5.22, cf. Plu. Cam. 2, IG 14.951, J. AJ 13.6.7.
exento de impuestos
ἀνείσφορον καὶ ἀτελῆ καὶ ἀλειτούργητον
ἀνεισφόρους τῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἀναλισκομένων ἐποίησαν
ἀν·είσφορος, ος, ον, exempt d’impôts, DH. 5, 22 ; Plut. Cam. 2, etc.
Étym. ἀν-, εἰσφορά.
ἀνείσφορος, frei von Kriegs- u. außerordentlichen Steuern, Dion.Hal. 5.22 ; Plut. Camill. 2.
ἀνείσφορος
- exempt from the εἰσφορά, Plut.