ἀνεισοδίαστος Save ἀνεισοδίαστος, inalienable LSJ ἀνεισοδίαστος, ον, ἔσται δὲ ἄπρατον καὶ ἀ. dub.l. in IGRom. 4.1475 (Smyrna; prob. ἀνεξ- inalienable).