Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀναγκαστικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀναγέτρια
ἀναγετρίς
ἀναγεύω
ἀναγηρύομαι
ἀναγής
ἀναγίγνομαι
ἀναγιγνώσκω
ἀναγινώσκω
ἀνάγιος
ἀνάγισμα
ἀνάγκα
ἀναγκάζω
ἀναγκαθέτησις
ἀναγκαίη
ἀναγκαίηφι
ἀναγκαίνισμα
ἀναγκαιοκτήμων
ἀναγκαῖον
ἀναγκαιοπότης
ἀναγκαῖος
ἀναγκαιότης
ἀναγκαιώδης
ἀναγκαίως
ἀνάγκασμα
ἀναγκασμός
ἀναγκαστέος
ἀναγκαστήρ
ἀναγκαστήριος
Ἀναγκάστης
ἀναγκαστικός
ἀναγκαστικῶς
ἀναγκαστός
ἀναγκαστῶς
ἀναγκεπάκτης
ἀναγκεπόπτης
ἀνάγκη
ἀναγκίτης
ἀναγκίτις
ἀναγκλήτως
ἀναγκόδακρυς
ἀναγκοθέτησις
ἀναγκομόναρχος
ἀναγκοπέδη
ἀναγκοσιτέω
ἀναγκόσιτος
ἀναγκοσιτῶ
ἀναγκοτροφέω
ἀναγκοφαγέω
ἀναγκοφαγία
ἀναγκοφάγος
ἀναγκοφορέω
ἀνάγκυλος
ἀναγλυκαίνομαι
ἀναγλυκαίνω
ἀναγλυπτάριος
ἀναγλυπτικός
ἀνάγλυπτος
ἀναγλυφάριος
ἀναγλυφή
ἀνάγλυφος
ἀναγλύφω
…
ἀναγκαστικῶς
Save
Bailly 2024
ἀναγκαστικῶς
[
ᾰν
]
adv.
forcément,
Sext.
P.
1, 193
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}