ἀναγκαστήριος
ἀναγκ-αστήριος, α, ον,
- = sq., ἀ. δικαιοσύνης D.H. 2.75.
imperativo
δικαιοσύνης ἀναγκαστήρια
ἀναγκαστήριος, α, ον [ᾰν] qui contraint, obligatoire, DH. 2, 75.
ἀναγκαστήριος, zwingend, τὰ ἀν., Zwangsmittel, δικαιοσύνης, zur Gerechtigkeit, Dion.Hal. 2.75.