ἀναγχίστευτος
ἀναγχίστευτος, without heirs
ἀναγχίστευτος, ον,
- without heirs, CR 11.137 (Phryg.).
sin parientes
ἄτεκνος, ἄτυμβος, ἀναγχίστευτος ὀλ[ε]ῖται
ἀναγχίστευτος, without heirs
sin parientes
ἄτεκνος, ἄτυμβος, ἀναγχίστευτος ὀλ[ε]ῖται