ἀναζωπυρόω
ἀναζωπῠρ-όω,
- = -έω, Olymp. in Mete. 282.4.
regenerar por fuego, acrisolar
• v. med. recalentarse
ὑπὸ τῆς κινήσεως ἀναζωπυροῦται τὸ ἔμφυτον αὐτοῦ θερμόν
regenerar por fuego, acrisolar
• v. med. recalentarse
ὑπὸ τῆς κινήσεως ἀναζωπυροῦται τὸ ἔμφυτον αὐτοῦ θερμόν