ἀναθεραπεύω
ἀναθεραπεύω, rear with care
ἀναθεραπεύω,
- rear with care, τοὺς βλαστούς Thphr. HP 4.13.3.
hacer rebrotar
τοὺς βλαστούς
ἀνα·θεραπεύω [ρᾰ] ranimer à force de soins, Th. H.P. 4, 13, 3.
ἀναθεραπεύω, = θεραπεύω, Theophr.