ἀνάθαλψις
ἀνάθαλψις, heat
ἀνά-θαλψις, εως, ἡ,
- heat, τῆς γῆς Olymp. in Phd. p.201 N.
calor
τῆς γῆς
ἀνάθαλψις, εως (ἡ) action de réchauffer, Agathin. (Orib. 2, 399 B.-Dar.).
Étym. ἀναθάλπω.