ἀνακεφαλαίωσις
ἀνακεφαλαίωσις, a summary
ἀνακεφαλαί-ωσις, εως, ἡ,
- a summary, D.H. 1.90.
I
1 recapitulación
τὸ πέμπτον βιβλίον τοῦ νόμου ἀνακεφαλαίωσίς ἐστι τῶν πρὸ αὐτοῦ γραφέντων
• esp. en ret.
τὸ ... ἀναμιμνῄσκειν λελεγμένα οἱ τεχνικοί καλοῦσιν ἀνακεφαλαίωσιν
τρέψομαι τὴν ἀνακεφαλαίωσιν τῶν ... δεδηλωμένων
2 resumen, compendio fig.
ἀνακεφαλαίωσις γίνεται πάσης ἀδικίας
3 suma total en cuentas, Origenes Comm.in Eph.1.10 (p.241).
II registro
III renovación, restauración
τὴν ἐν Χριστῷ πάντων ἀνακεφαλαίωσιν
ἀνακεφαλαίωσις, εως (ἡ) [φᾰ] récapitulation, DH. 1, 90 ; Quint. 6, 1.
ἀνακεφαλαίωσις, ἡ, die Wiederholung der Hauptpunkte, Dion.Hal. 1.90 ; rhetorische Figur, Quint. 6.1.