ἀνακεφαλαιωτικός
ἀνακεφαλαιωτικός, fit for summing up:
ἀνακεφαλαι-ωτικός, ή, όν,
- fit for summing up: τὸ ἀ., = foreg., D.H. Lys. 19. Adv. -κῶς summarily, Eust. 1579.8, etc.
1 recapitulador
ὁ οὐκοῦν καλεῖται ... πρὸς δ' ἑτέρων ἀνακεφαλαιωτικός
• subst. τὸ ἀνακεφαλαιωτικόν resumen D.H.Lys.19.
2 adv. -ῶς sumariamente Eust.1579.4.
ἀνακεφαλαιωτικός, ή, όν [φᾰ] de récapitulation, Dysc. Conj. 525 ; DH. Lys. 19.
ἀνακεφαλαιωτικός, zu ἀνακεφαλαίωσις gehörig, τὸ ἀν. τῶν ῥηθέντων μέρος, die Wiederaufzählung des Gesagten, Dion.Hal.