ἀνακούφισμα
ἀνακούφισμα, a relief
ἀνακούφ-ισμα, ατος, τό,
- a relief, Hp. Vict. 2.64.
elevación de brazos
τὰ δὲ ἀνακινήματα καὶ ἀνακουφίσματα τὴν μὲν σάρκα ἥκιστα διαθερμαίνει
ἀνακούφισμα, ατος (τὸ) c. le préc. Hpc. 364, 4.
ἀνακούφισμα, τό, Erleichterung, Hippocr.