ἀνακραύγασμα
ἀνακραύγασμα, loud outcry
ἀνακραύγ-ασμα, ατος, τό,
- loud outcry, Epicur. Fr. 414 (pl.).
vocerío
ἱερὰ ἀνακραυγάσματα
ἀνακραύγασμα, ατoς (τὸ) vocifération, Epic. (Cleom. 2, p. 91).
ἀνακραύγασμα, τό, das Geschrei, Sp.