ἀναμαρυκάομαι Save LSJ DGE Bailly 2024 ἀναμᾱρυκ-άομαι, v. ἀναμηρυκάομαι:—also ἀναμᾱρυκ-ίζω, Jul. Gal. 314d. ἀναμᾱρυκάομαι v. ἀναμηρυκάομαι. ἀνα·μαρυκάομαι-ῶμαι [μᾱῠ] c. ἀναμηρυκάομαι, Luc. Gall. 8 ; Clém. Str. p. 677.