ἀναμελετάω
ἀναμελετάω, con over
ἀναμελετάω,
- con over, παράγγελμα πρὸς ἑαυτόν S.E. M. 11.122.
preparar
παράγγελμα πρὸς ἑαυτόν
ἀνα·μελετάω-ῶ, méditer à fond, Sext. M. 11, 122.