ἀναντίληπτος
ἀναντίληπτος, insensible to
ἀναντί-ληπτος, ον,
- insensible to, ἀλγηδόνων Dsc. Eup. 1.12.
insensible a
ἀλγηδόνων
ἀν·αντίληπτος, ος, ον, insensible à, gén. Diosc. Eup. 1, 13.
Étym. ἀν-, ἀντιλαμβάνω.