ἀναπτερωτός
ἀναπτερωτός, excitable, fickle
ἀναπτερ-ωτός, όν,
- excitable, fickle, χρῆμα ἡ νίκη Men.Prot. p.10 D.
versátil, volandero
ἀναπτερωτόν τι χρῆμα ἡ νίκη
ἀναπτερωτός, excitable, fickle
versátil, volandero
ἀναπτερωτόν τι χρῆμα ἡ νίκη