ἀναπράττω
I
1 obligar a pagar, cobrar
χρήματα
τὰς καταστάσεις
τό τε κεφαλαῖον καὶ τὸν τόκον
τοὺς τόκους
ἄχρις ἂν τὰ ἴδια ἀναπράξωνται
• fig. obligar a cumplir
ὑπόσχεσιν
τὰς δίκας
2 embargar
τὰ ἐμφανέα
3 v. med. castigar
ἐὰν πικρὰς ... ἀπὸ τῶν ἁμαρτόντων ἀναπράττωνται δίκας
si castigan con duras penas a los que han delinquido
II reclamar un pago ya efectuado OGI 669.20 (Egipto I d.C.).
ἀναπράττω, att. = ἀναπράσσω.