About Report a problem

Menu

ἀναπτέρωσις

ἀναπτέρωσις, clamour

ἀναπτέρ-ωσις, εως, ἡ,
  • clamour, λόγοι ἀναπτερώσεως clamorous words, LXX Si. 31.1, cf. Pr. 7.11.

Saved

Recent