ἀναρριζόω
ἀναρριζόω, root, implant in
ἀναρριζόω,
- root, implant in, θαλάσσῃ dub. in Nonn. D. 18.36.
desenraizar
φυτείαν
πάντας ἀνερρίζωσε θαλάσσης νῆσον ὅλην τριόδοντι διαρρήξας
ἀνα·ρριζόω-ῶ, déraciner, Nyss. 2, 1125 Migne.
Étym. ἀνά, ῥιζόω.