ἀνάρρους
ἀνάρρους, upward flow
ἀνάρρους, ου, ὁ,
- upward flow, opp. κατάρρους, τοῦ αἵματος Hp. Ulc. 24.
flujo ascendente
αἵματος, op. κατάρρους
ἀνάρρους, ὁ, der Zurückfluß.