ἀναρροφέω
ἀναρροφέω, gulp down
ἀναρροφ-έω,
- = ἀναρροιβδέω, Cratin. 7 D., Arist. Mete. 356b13, Placit. 3.5.2, Luc. VH 1.30; gulp down, D.C. 71.10.
sorber
ταῦτα
ἀναρροφήσασα τὸ μὲν πρῶτον τὰ ὄρη ἐποίησεν φανερά
de Caribdis(Ἶριν) κεφαλήν ἔχουσαν ἀναρροφεῖν τοὺς ποταμούς
ἀναρροφῆσαν ἡμᾶς αὐτῇ νηὶ κατέπιεν
de un monstruo marinoαἷμα ... καὶ ὕδωρ ἅμα ἀνερρόφουν
ἀνα·ρροφέω-ῶ, engloutir avec bruit, Arstt. Meteor. 2, 3, 2 ; Plut. M. 894b ; Luc. V.H. 1, 30.
Étym. ἀνά, ῥοφέω.
ἀναρροφέω, Luc. V.Hist. 1.30, zurückschlürfen, wie ἀναρροιβδέω.