ἀναρροή Save LSJ DGE ἀναρροή, ἡ, = ἀνάρροια, κυμάτων Nicoch. 6 D. (ἀναρρόη acc. to Hdn. Gr. 1.305.) ἀναρροή -ῆς, ἡ • Alolema: tb. ἀναρρόη Hdn.Gr.1.305 reflujo κυμάτων Nicoch.16A.