ἀναφυτεύω
ἀναφυτεύω, plant
ἀναφῠτεύω,
- plant or sow again, Arist. Mir. 838b29.
volver a plantar o sembrar
τι
ἀνα<φυ>τεύσομεν δὲ ἄμι<ο>ς τὸ τρίτον μέρος κατ' ἔτος
• fig.
ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους
ἀνα·φυτεύω [ῠ] replanter, Arstt. Mir. 100, 3.
ἀναφυτεύω, wieder bepflanzen (?).