ἀνευένδοτος Save LSJ Bailly 2024 ἀνευ-ένδοτος, ον, f.l. for εὐένδοτος, Ph. 2.269. ἀν·ευένδοτος, ος, ον, qui ne cède pas facilement, Phil. 2, 269. Étym. ἀν-, εὐέ.